“Ευτυχώς τα όνειρα θυμούνται, πως πατρίδα είναι εκεί, που χει ρίζες η καρδιά.”
Το ιστολόγιο αυτό είναι, αφιερωμένο στο Κρυονέρι, την γενέθλια γη των απανταχού Κρυονερίτων…






Πέμπτη, 19 Ιανουαρίου 2012

ΚΡΥΟΝΕΡΙΤΕΣ ΤΗΣ ΑΥΣΤΡΑΛΙΑΣ... ΓΡΑΜΜΑ ΣΕ ΦΙΛΟ.

Επιμέλεια- φωτογραφίες
Αλέξανδρος Θ. Χουβαρδάς

Δημοσιεύτηκε από την εφημερίδα το Κρυονερι στο 7ο φύλλο Αύγουστος 2007

Ο Γιάννης Κιρκινέζης του Νικολάου, γεννήθηκε στο Κρυονέρι, το 1915 όπου και μεγάλωσε και ακολούθησε όπως πολλοί συγχωριανοί του, τον δρόμο της ξενιτιάς, μεταναστεύοντας στην μακρινή στην Βικτώρια της Αυστραλίας. Το 1971 για πρώτη φορά, μετά τον ξενιτεμό του  επισκέφτηκε, το Κρυονερι και τον φίλο του Αντωνόπουλο Γεώργιο. Όταν επέστρεψε στην Αυστραλία, έγραψε το παρακάτω γράμμα, ύμνο στην αγάπη για την γενέθλια γη και την πραγματική φιλία, περιγράφοντας με μοναδικό τρόπο, τις εντυπώσεις του από την επίσκεψη του αυτή, αλλά και από της αναμνήσεις που του ξύπνησε η επαφή, με την γη των προγόνων «γύρισα και γονάτισα, στους πατρικούς μου τάφους» και την γενέθλια γη «Το βρήκα όπως τα’ άφησα δεν έχασε τα’ αχνάρια». Το γράμμα του, το παραχώρησε στην εφημερίδα μας, η κόρη του Αντωνόπουλου Γεώργιου κ. Μπίνα την οποία και ευχαριστούμε θερμά. 

4 Ιουνίου 1972
Αγαπητέ κ. Αντωνόπουλε
Μετά της Οικογενείας σας
Καλημέρα σας.

Ω! φίλε Αντωνόπουλε,
στο νου κακό μη βάνεις,
ότι διαβάσεις στα γράψε,
ο φίλος σου ό Γιάννης.


Του τέστ’ ο Γιαννακόπουλος
ο υιός του Κιρκινέζη,
στην άλλη άκρη του ντουνιά,
στα ξένα όπου έζει.


Με νοσταλγία έφτασα,
το εβδομήντα ένα,
στο Κρυονέρι για να ειδώ,
μαζί μ’ αυτό και σένα.

 

Το βρήκα όπως τα’ άφησα
δεν έχασε τα’ αχνάρια
τους λασπωμένους δρόμους του
τές φράχτες με πουρνάρια.

Πενήντα χρόνια πέρασαν
πού το όνομα του φέρει,
από Γκιρμίτς –Κρύα-νερά
και τώρα Κρυονέρι.

Μισόν αιώνα το τζαμί,
είχανε για ναό τους,
τον τουρκικό τον μιναρέ,
για το καμπαναριό τους.

Προσφάτως το κατόρθωσαν
και με πολύ θυσία,
να κτίσουν ωραιότατη,
δική τους Εκκλησία.

Μονάχα του πλατάνου μας
τα φουντωτά κλαδιά του,
που τους θαμώνας χάριζε,
τη δροσερή σκιά του.

Τσακίστηκαν και πέσανε
στον εικοστών αιώνα,
και τον κοσμάκη πύρωσαν
μεσ’ τον βαρύ χειμώνα.


Κι’ αυτό το σιντριβάνι μας
που μέσα είχε πέσει,
ο Ζήσος ο Επίτροπος
το’ χουν αλλάξει θέση.

Που είναι τα πανύψηλα
καβάκια στη σειρά;
όλα τα ξεριζώσανε,
τα ρίξαν στην πύρα.

 

Τα τούρκικα τα μνήματα,
με πεύκα τα φυτέψαν,
και για τους παραθερίστας,
πάρκο τα μετατρέψαν.

Ο Κιρκινέζης πέθανε,
πάει και ο Πουριάζης,
το πάρκο όμως έμεινε,
να κλαίς ν αναστενάζεις.

Διότι η σημερινή,
η δημογεροντία,
για έργα δεν σκοτίζετε,
μονάχα για πρωτεία.

 

Ούτε για παραθεριστάς,
τους καίγετε καρφάκι,
για άρρωστο, για μια γρεά,
να βάλουνε παγκάκι.

Σου έρχεται μα το θεό,
να μην ξαναπατήσεις,
σ’ αυτό το άχρηστο χωρίο,
ούτε στιγμή να ζήσεις.

Τη κι αν’ ασπρίσουν τα μαλλιά
και το κορμί κυρτώνει,
από το πεπρωμένο του,
κανένας δεν γλυτώνει.

Ήταν της τύχης μου γραπτό,
στη ξενιτιά να ζήσω,
χωριό, αδέλφια, συγγενείς,
και φίλους να αφήσω.

Χρόνια περάσανε πολλά,
με γκρίζους πια κροτάφους,
γύρισα και γονάτισα,
στους πατρικούς μου τάφους.

Πήγα στα μέρη που μικροί,
παίξαμε τα κλεφτάκια,
περπάτησα μεσ’ τα γνωστά
δρομάκια και σοκάκια.

Όταν θυμάμαι τα παλιά
τα όμορφα τα χρόνια,
όλος ο κόσμος γλένταγε
επάνω στα αλώνια.

Με κεμεντζέδες και βιολιά,
λατέρνες και νταούλια,
μικροί μεγάλοι χόρευαν,
με γέλια με τραγούδια.

 
Και τώρα στα γεράματα
όσα κι αν έχω δίνω,
τον Θεολόγο για να ειδώ,
να παίξει το κλαρίνο.

Τές χάντρες του κομπολογιού,
μετρώντας κάθε μέρα,
με φέρνουν στην ανάμνηση,
κείνη την Άγια μέρα.


Μαζί με την Συμβία μου,
μέσα στο μαγαζί σου,
και αργότερα στο σπίτι σου,
καθίσαμε  μαζί σου.

Τότε που με το δώρισες,
τούτο το κομπολόγι,
το πήρα με συγκίνηση,
γιατί υπήρχαν λόγοι.

Για την παλιά φιλία μας,
προ του πολέμου χρόνια,
που τραγουδούσαμε μαζί,
στου Χουβαρδά τ’ αλώνια.

 
Για μια αιθέρια ύπαρξη,
που ήταν το όνειρο σου,.
και τώρα ζει και βρίσκεται,
πάντοτε στο πλευρό σου.

 

Φίλε θυμήσου τα παλιά,
ένα λεπτό και μόνον,
να δεις πως τα μετέβαλε,
το πέρασμα των χρόνων.

Αν ίσως και συγκινηθείς,
και ρίξεις κανά  δάκρυ,
θάσε σε μια γωνιά της Γης,
και γω στην άλλη άκρη.

Κι αν μας χωρίζει πέλαγος,
και θάλασσα τρανή,
τους παιδικούς τους φίλους,
κανείς δεν λησμονεί.

Αρρώστησα δεν μπόρεσα,
να σ’ αποχαιρετήσω,
και για το κομπολόγι σου,
να σε ευχαριστήσω.

Γι’ αυτό σε γράφω σήμερα
μη με παρεξηγήσεις.
κι αν έχεις ευχαρίστηση,
μπορείς να μ’ απαντήσεις.

Φίλτατε Αντωνόπουλε,
λοιπόν και τώρα γεια σου,
τα δέοντα στην σύζυγο,
και σ’ όλα τα παιδιά σου.

Επίσης χαιρετίσματα,
πολλά απ’ ολονούς μας,
στους συγγενείς στους φίλους μας,
σ’ όλους τους χωριανούς μας.

Σας χαιρετώ μ’ εκτίμηση,
στην παλαιά φιλία,
εγώ ο Γιαννακόπουλος,
από την Αυστραλία.