“Ευτυχώς τα όνειρα θυμούνται, πως πατρίδα είναι εκεί, που χει ρίζες η καρδιά.”
Το ιστολόγιο αυτό είναι, αφιερωμένο στο Κρυονέρι, την γενέθλια γη των απανταχού Κρυονερίτων…






Κυριακή, 9 Οκτωβρίου 2011

Οι Κρυονερίτες της Αυστραλίας



Οι Κρυονερίτες της Αυστραλίας
Γράφει ο: Αλέξανδρος Θ. Χουβαρδάς
Άρθρο της Εφημερίδας «Το Κρυονέρι»  φύλλο 6ο Ιούνιος 2007.

Έναν καιρό, που τα πλοία όπως "Το Ελληνις", "Το Φρειδερίκη", "Το Πατρίς", κουβαλούσαν χιλιάδες τους Έλληνες, πρώτο λιμάνι πιάνανε στο Περθ στην Δυτική Αυστραλία. Οι άνθρωποι που δοκίμαζαν την εμπειρία της ξενιτιάς και τον ξε...ριζωμό απ΄ τον τόπο τους, σίγουρα θα έχουν να πούνε κι ο καθένας κάτι διαφορετικό για τη ζωή τους. Το άρθρο αυτό, έχει σκοπό να φωτίσει πτυχές της ζωής των δικών μας Κρυονεριτών, το τι πέρασαν, το τι ένιωσαν, πως αντιμετώπισαν τις πρώτες ανάγκες να επιβιώσουν, να στεριώσουν, χιλιάδες μίλια μακριά απ΄ την πατρίδα τους με μια ατέλειωτη θάλασσα να τους χωρίζει. Και οι Κρυονερίτες όπως και οι άλλοι Έλληνες, κυρίως στα πρώτα χρόνια που άρχισε η ομαδική μετανάστευση της απελπισμένης γενιάς του πενήντα, χωρίς να παραγνωρίζω τις προηγούμενες και όσες ακολούθησαν ως τον καιρό μας, υπέφεραν πολλά.
 Η χρονιά ορόσημο για τους Κρυονερίτες της Αυστραλίας είναι το 1952 όταν έφτασε στην μακρινή ήπειρο ο Νίκος Ναθαναήλ. Το 1953 ακολουθεί η "πρώτη αποστολή" την αποτελούν οι Κώστας Καμπαγιοβάνης (απεβίωσε το 2006) με τη σύζυγό του Ευδοξία Κιρκινέζη. Ο Παντελίδης Κώστας με την σύζυγό του Ανάστω Κανακάρη με τον ενός χρόνου υιό του Χρήστο και ο Χουβαρδάς Κώστας. Έντεκα χρόνια μετά το 1964 οι, Χουβαρδάς Ιωάννης του Αργυρίου (απεβίωσε το 1973) με την σύζυγό του Αθηνά (απεβίωσε το 2002) τον υιό του Άγγελο και την κόρη του Χάιδω με τον σύζυγό της Αλέκο Βοσκόπουλο και τα δυο τους παιδιά Χρήστο και Μαρία. Ο Χουρμούζης Θεόδωρος με τη σύζυγό του Παντελίδου Βιργινιώ και τα έξι παιδιά τους.Τον Οκτώβριο του 1964 οι αναχωρήσεις συνεχίζονται, με το παρθενικό ταξίδι του υπερωκεάνιου "Ελληνίς" φθάνουν στην Αυστραλία οι, Παπαδόπουλος Μιχάλης και Ιπποκράτης Γραμματόγλου. Οι Κρυονερίτες της Αυστραλίας διατηρούν ακέραιες και ζωντανές αγαπημένες αναμνήσεις από τη ζωή, τους συγγενείς και φίλους που άφησαν πίσω όπως κι όλοι όσοι διάλεξαν, ή αναγκάστηκαν, να εγκαταλείψουν την πατρίδα. Ο κοινός τόπος καταγωγής, η φιλία και οι δεσμοί αίματος, αφού πολλοί ήταν συγγενείς μεταξύ τους, ήταν αυτά που δέσανε τους Κρυονερίτες της διασποράς και λειτούργησαν καταλυτικά σαν πηγή δύναμης, παρηγοριάς και στήριξης. Η εφημερίδα μας σε μία προσπάθεια προσέγγισης των Κρυονεριτών της Αυστραλίας φιλοξενεί σ' αυτό το τεύχος τον κ. Πανταζή Νικόλαο ο οποίος μας εξιστορεί τη δική του ιστορία. Ο κ. Πανταζής ξεκίνησε: "Ονομάζομαι Πανταζής Νικόλαος του Δαμιανού και της Κατίνας Κουτσαμπάση γεννήθηκα το 1938 στο Κρυονέρι, τελείωσα το Δημοτικό σχολείο το 1953 (λόγω των καταστάσεων κατοχής, εμφύλιος), από δασκάλους θυμάμαι την κυρία Νίτσα και τον Κορνήλιο Κωνσταντινίδη. Υπηρέτησα την θητεία μου στον Ελληνικό στρατό ως δεκανέας στο 318 τάγμα επισκευών για 27 μήνες. Παρουσιάστηκα τέλη 1959 και απολύθηκα το 1961. Το 1964 στις 21 του Ιούνη παντρεύτηκα την Κρυσταλένια Χουβαρδά του Ιωάννη και της Αθηνάς. Ένα χρόνο μετά αποκτήσαμε το πρώτο μας παιδί τον Δαμιανό. Το δεύτερο παιδί μας, η Κατίνα, γεννήθηκε στην Αυστραλία το 1967. Ήδη από το 1953 στην Αυστραλία είχαν φτάσει οι πρώτοι Κρυονερίτες ανάμεσά τους ήταν και ο Κώστας Χουβαρδάς οι κουνιάδος μου. Μόλις έφτασαν στην ξένη γη, άρχισαν την αλληλογραφία με τους συγγενείς και τους φίλους τους και έτσι έγινε γνωστή και σε μας αυτή η χώρα. Στην Ελλάδα έκανα πολλές δουλειές, δούλεψα σε αγροτικές ασχολίες αλλά και ως μπαρμπέρης, είχα το μαγαζί μου, που σήμερα είναι το ανθοπωλείο την Κυρικλίδου Θεοδώρας. Η έλλειψη προοπτικών για μια καλύτερη ζωή, η ανεργία, οι δύσκολες συνθήκες διαβίωσης, η τεταμένη και ασταθή πολιτική κατάσταση μας οδήγησαν στην απόφαση να ξενιτευτούμε. Το εισιτήριο για Αυστραλία ήταν επιδοτούμενο κατά το ήμισυ, 200 δολάρια περίπου. Από την Θεσσαλονίκη στην Αθήνα με τρένο και από εκεί στο λιμάνι του Πειραιά. Στις 3 Απριλίου του 1966 αναχωρήσαμε μαζί με χιλιάδες άλλους Έλληνες με το υπερωκεάνιο "Πατρίς". Μετά από εικοσιτέσσερα μερόνυχτα στην θάλασσα φτάσαμε στο λιμάνι Περθ της Αυστραλίας και μετά από μια στάση τριών ωρών για ανεφοδιασμό και λίγες μέρες μετά φτάσαμε στη Μελβούρνη όπου μας περίμενε η οικογένεια της συζύγου μου, που είχε μεταναστεύσει ήδη, μία βδομάδα μετά τον γάμο μας στην Ελλάδα (3 Ιουλίου 1964). Εκεί δούλεψα, για 31, χρόνια ως διανομέας ψωμιού στο "tip top bakery" (τιπ τοπ μπάκερυ), και παράλληλα για 18 χρόνια ως βοηθός ηλεκτρολόγου με τον γιο μου Δαμιανό. Η γυναίκα μου Κρυσταλένια δούλευε part time (μερική απασχόληση), γάζωνε κάλτσες σε εργοστάσιο για είκοσι χρόνια. Εδώ και χρόνια βοηθάει στο μεγάλωμα των 4 εγγονών της. Την Ελλάδα επισκέφθηκα τέσσερις φορές, το 1974 για ιατρικούς λόγους (πρόβλημα υγείας του πατέρα μου), το 1997 για τρεις μήνες με την σύζυγό μου Κρυσταλένια, το γιο μου Δαμιανό, την σύζυγό του Σοφία και τον γιο τους Νίκο, την κόρη μου Κατίνα, τον σύζυγό της Δημήτρη Βασιλόπουλο και τον γιο της Παναγιώτη. Το 2001 για τρίτη φορά επισκεφτήκαμε με τη σύζυγό μου την Ελλάδα για 4 μήνες ενώ τελευταία φορά ήρθα το 2006 ξανά με την Κρυσταλλένια και δεν γνωρίζω αν ο Θεός θα μας αξιώσει να δούμε και πάλι την Ελλάδα μας." Είναι χαρακτηριστικό της φυλής μας η προσαρμοστικότητα στις ανάγκες και τα δεδομένα κάθε εποχής. Από τις δεκάδες χιλιάδες Ελλήνων που πήγαν στην Αυστραλία στις δεκαετίες του 1950 και 1960, πολλοί έχουν μεγαλουργήσει δημιουργώντας επιτυχημένες επιχειρήσεις και αρκετοί έχουν αποκτήσει ηγετικές θέσεις σε κυβερνήσεις και κοινοτικούς οργανισμούς. Είναι ειρωνεία της ιστορίας ότι οι πρώτοι Έλληνες στην Αυστραλία ήταν φυλακισμένοι, καταδικασμένοι από το Βρετανικό Δικαστήριο για πειρατεία και επιθέσεις σε Βρετανικά εμπορικά πλοία στη Μεσόγειο. Οι πειρατές αυτοί, που πιθανότερα ήταν πατριώτες που αντιστάθηκαν στην καταπίεση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, καταδικάστηκαν από το βρετανικό δικαστήριο της Μάλτας σε ποινές εκτοπισμού και φυλάκισης στις νεοϊδρυθείσες Αυστραλιανές αποικίες καταδίκων. Οι επτά λεγόμενοι "πειρατές" όλοι Υδραϊκής καταγωγής, έφτασαν στην Αυστραλία στις 28 Αυγούστου 1829. Αν και πιστεύεται ότι μερικοί τελικά κατάφεραν να επιστρέψουν στην Ύδρα, οι άλλοι έζησαν το υπόλοιπο της ζωής τους στην Αυστραλία.