“Ευτυχώς τα όνειρα θυμούνται, πως πατρίδα είναι εκεί, που χει ρίζες η καρδιά.”
Το ιστολόγιο αυτό είναι, αφιερωμένο στο Κρυονέρι, την γενέθλια γη των απανταχού Κρυονερίτων…






Τετάρτη 12 Οκτωβρίου 2011

ΤΟ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑ ΤΟΥ ΓΑΝΩΤΗ. Κρυονερίτες γανωτήδες ή καλαϊτζήδες.


Φωτογραφίες-Έρευνα.
Αλέξανδρος Θ. Χουβαρδάς

Κρυονερίτες γανωτήδες ή καλαϊτζήδες ήταν οι αείμνηστοι, Καζαντζίδης Χρήστος, του οποίου τα εργαλεία (φερμένα από τον Πόντο τα περισσότερα) παραχώρησε στον Λαογραφικό ο γιος του Θεοχάρης, ο Τοκατλίδης Θεοφάνης και ο Παπαδόπουλος Λάζαρος. Στα μέσα της δεκαετίας του ΄60, η δουλειά αυτή γίνονταν από πλανόδιους αθίγγανους, στο χωριό μας, ερχόταν μέχρι και τον θάνατο του ο κυρ Κώστας από τα χωριά της Θράκης. Περνούσε μέσα από το χωριό και ντελαλούσε ότι ήρθε στο χωριό, άλλοτε έστηνε το εργαστήρι του στου Μαλακά το γιαπί ή τα τελευταία χρόνια στο γιαπί του Καραγιαννίδη απέναντι από την Εκκλησία, μικρός σε αυτό το σπίτι πολλές φορές παρακολούθησα το γάνωμα, πριν πέντε-έξι χρόνια, όσες φορές του ζήτησα να τον βιντεοσκοπήσω και να τον φωτογραφίσω την ώρα που δούλευε, μου απαντούσε, απλά και αφοπλιστικά «όχι παλικάρι μου, θα με πιάσει η εφορία», μας γνώριζε όλους από μικρά, όχι με τα ονόματα μας, αλλά έλεγε του «Λάκη ο γιος» του τάδε το παιδί. Λίγα λόγια για το γάνωμα και το επάγγελμα του γανωτή.
Τα παλιά χρόνια, τα περισσότερα σκεύη που χρησιμοποιούσαν οι άνθρωποι για τις καθημερινές τους δουλειές και ιδιαίτερα στη μαγειρική ήταν χάλκινα [μπακιρένια]. Αυτά με τον καιρό και με τη μεγάλη χρήση οξειδώνονταν και γινόταν επικίνδυνα για δηλητηριάσεις. Τότε, ήταν υποχρεωτικό το γάνωμα, δηλαδή έπρεπε να σκεπαστεί όλη η επιφάνεια του σκεύους με ειδικό μέταλλο. Αυτό ήταν το "καλάι", ο κασσίτερος δηλαδή. Το γάνωμα γινόταν από τους ειδικούς τεχνίτες, τους γανωτήδες ή καλαϊτζήδες, στην τουρκική γλώσσα.
Γάνωμα χρειαζόταν όλα τα χάλκινα σκεύη [τεντζερέδες, τηγάνια, κουτάλια και πιρούνια, ταψιά και μπρίκια κλπ.] Ο γανωτής είχε όλα τα απαραίτητα υλικά και εργαλεία. Το καλάι, [κασσίτερος], το σπίρτο [υδροχλωρικό οξύ], το αμόνι, η μασιά με την οποία κρατούσε το σκεύος πάνω από τη φωτιά και ο ταβάς, ένα μεγάλο ταψί, που μέσα έριχνε τα περισσεύματα από το καλάι, για να τα ξαναχρησιμοποιήσει. Σε μια άκρη είχε τη φουφού, φωτιά δηλαδή που ζέσταινε τα σκεύη. Ο γανωτής πρώτα καθάριζε καλά τα σκεύη από τις σκουριές και τις πράσινες σκιές.

Το μέσα μέρος το καθάριζε με το σπίρτο [κεζάπι] κι έπειτα το έτριβε με άμμο. Ύστερα ζέσταινε καλά το χάλκινο σκεύος στη φουφού και έριχνε μέσα το χλωριούχο αμμώνιο για να στρώσει καλύτερα το καλάι. Στη συνέχεια, το σκούπιζε καλά και μετά άπλωνε το λιωμένο καλάι σε όλη την επιφάνεια του σκεύους με τη βοήθεια ενός χοντρού βαμβακερού υφάσματος. Για να παγώσει πιο γρήγορα το καλάι έριχνε κρύο νερό.